Είναι ελάχιστες οι φορές που κάτι άγνωστο σε "τραβάει" και το ψάχνεις λίγο παραπάνω... Θέλω να μοιραστώ μαζί σας τι μου συνέβει σήμερα... Ένας φίλος στο facebook ανέβασε την φωτογραφία ενός βιβλίου και έγραψε ότι επιτέλους το'χει στα χέρια του και θα το διαβάσει...
Ο τίτλος αυτού "Η Σμυρνιά" της Ρίκη Ματαλλιωτάκη...
Λόγω της κατάστασης που μας βασανίζει όλους τα τελευταία χρόνια έχω σταματήσει να πηγαίνω σε βιβλιοπωλεία γιατί βασανίζομαι... θα ήθελα ένα ίδιο (βιβλιοπωλείο) να είχα και εγώ στο σπίτι μου, οπότε και δεν ήξερα ούτε την ύπαρξη της Ρίκη αλλά ούτε και του βιβλίου (ξέρω ντροπή μου... αλλά!)
Όμως αυτή η Σμυρνιά μίλησε μέσα μου... ελπίζω και σε εσάς
Χαράματα του ’44 και τέσσερις Γερμανοί ξεκινούν από το επιταγμένο σπίτι του Γιώργη, οι δυο για την πρωινή περιπολία κι οι άλλοι δυο συνεχίζουν για τον επίσης επιταγμένο χώρο που στεγάζει το μαγειρείο τους.
Παραμένουν μέσα εκεί για κάμποσο και την ώρα ακριβώς που ένα τσούρμο φοβισμένα παιδιά έχουν πλημμυρίσει το δρόμο και τραβάνε για το σχολειό τους, βγαίνουν κι αυτοί έξω κρατώντας στα χέρια από μια φρατζόλα ο καθένας πασαλειμμένη με μαρμελάδα και βούτυρο που τρυπάει τη μύτη.
Σε κάποια στιγμή ένα σκελετωμένο αγοράκι, όχι πάνω από οκτώ χρονών, περνά από μπρος τους, και στη θέα του ψωμιού σταματά σαν χαμένο θέλοντας προφανώς να απολαύσει έστω και με την όσφρηση το μέγα αγαθό του ψωμιού που τόσο είχε στερηθεί.
Το παίρνουν χαμπάρι οι Γερμανοί και βάζοντας τα γέλια, μουρμουράνε κάτι στη βάρβαρη γλώσσα τους κι αμέσως μετά επιδεικτικά, επιδεικτικά, αφήνουν το φαί που κρατούν πάνω στην τάπα ενός τεράστιου ξύλινου βαρελιού, σχεδόν στη μύτη του μικρού, και στρέφουν την πλάτη τους, όχι όμως και τα μάτια τους που κοιτούν εξονυχιστικά με το πλάι.
Ζαλισμένο από τη μυρωδιά το παιδί παραμένει ακόμα εκεί… θαρρείς κι έχουν καρφωθεί τα πόδια του και δεν λένε να κουνήσουν, και ξάφνου, πιστεύοντας ότι δεν το βλέπουν, απλώνει διστακτικά το χεράκι του και με το δάχτυλο του ίσα που ακουμπά το βούτυρο και τη μαρμελάδα και το βάζει λαίμαργα στο στόμα του… ή μπορεί και να μην πρόλαβε καν να το βάλει αφού οι Γερμανοί έχουν ήδη στραφεί προς το μέρος του κι αρχίζουν να το χαστουκίζουν, πότε ο ένας και πότε ο άλλος, με όλη τους την δύναμη.
Το παιδί έβγαλε μια τεράστια φωνή πόνου, τους ξεγλίστρησε όμως σαν χέλι κι άρχισε να τρέχει χωρίς φυσικά να αισθάνεται πως όσο κι αν έτρεχε, ακόμα κι αν προλάβαινε να φτάσει και να κρυφτεί στο σπίτι του, και πάλι για τους δήμιους αυτούς η σύλληψη του ήταν θέμα δευτερολέπτων.
Έτρεχε λοιπόν το παιδί, μα όπως είναι φυσικό, με δυο απλωτές δρασκελιές εκείνοι το πρόλαβαν, το άρπαξαν, «Komm her Kreter Bastard» φώναξε ο ένας φυλακίζοντας το μέσα στο σκέλια του , κι ο άλλος πιάνοντας το αποστεωμένο χεράκι από τον καρπό και τον αγκώνα, το ακούμπησε στο γόνατο του, το λύγισε στα δυο και μ’ ένα χτύπημα το έσπασε σαν κλαράκι.
Αμέσως μετά, κι ενώ έσκιζαν συγχρόνως τον αέρα ένα τρομακτικό ουρλιαχτό πόνου, κι ένα τρομακτικά σαδιστικό γέλιο, το παιδί έπεσε κάτω λιπόθυμο κι οι δήμιοι του «ε, εσείς, κάποιος έπαθε κάτι, φωνάξτε το γιατρό» απευθυνθήκαν κοροϊδευτικά στο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί, και χωρίς κανείς να τολμά να πει το παραμικρό τους κοίταζε παγωμένο, κι άρχισαν να προχωρούν σαν να μην συνέβαινε τίποτα συνεχίζοντας να τρώνε το ψωμί με το βούτυρο και τη μαρμελάδα τους.
Εν τω μεταξύ η άμοιρη μάνα είχε μάθει το κακό μαντάτο και μη γνωρίζοντας τι ακριβώς συμβαίνει έτρεχε ξυπόλητη κατά τη μεριά που βρίσκονταν το λιπόθυμο παιδί της, κλαίγοντας και τραβώντας τα μαλλιά της σαν τρελή, ο γιατρός όμως που είχε ενημερωθεί πιο μπροστά από αυτήν , βρίσκονταν κιόλας πάνω του έχοντας ήδη βγάλει το πόρισμα του.
«Μη κλαις Σεβαστή, φτηνά τη γλίτωσε το κοπέλι σου, το καρπό του έσπασαν μόνο οι κερατάδες… π’ ανάθεμα τους… π’ ανάθεμα τη φάρα τους τη διαολεμένη… έλα σου λέω, μη κλαίς, δεν είναι τίποτα, θα το φτιάξω εγώ και θα δέσει σαν πρώτα και καλύτερα» παρηγόρησε για λίγο τη γυναίκα ο Γιώργης και μετά, μην ακούγοντας πια ούτε το κλάμα της που δεν έλεγε να σταματήσει, μα ούτε και τις ευχαριστίες της, σήκωσε, σαν να σήκωνε φτερό, το σκελετωμένο παιδί από κάτω, το έβαλε στην αγκαλιά του και άρχισε να προχωρεί βλαστημώντας.
« Καταραμένοι να είστε στους αιώνες… να φύγει το νερό απ’ τα ποτάμια σας και να γεμίσουν με το αίμα που χύσατε… Θεό άλλο να μην αποκτήσετε πλην μόνο το χρήμα, κι ο κόσμος να σας ακούει και να φτύνει στο κόρφο του… βάρβαρο γένος!»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου