Φίλες και φίλοι καλησπέρα σας
Είναι τιμή και χαρά και για μένα να ξεφυλλίσω μαζί σας, απόψε, εδώ σε αυτό το τόσο φιλικό, ζεστό και όμορφο περιβάλλον του βιβλιοπωλείου Νέστωρ, σε αυτό το πνευματικό καταφύγιο της πόλης μας, και να παρουσιάσω το νέο μυθιστόρημα της Αλκυόνης Παπαδάκη που έχει τον τίτλο: «θα ξανάρθουν τα χελιδόνια».
Την Αλκυόνη Παπαδάκη
τη γνώρισα μέσα από τα βιβλία της και κυρίως μέσα από το βιβλίο της: «Το Χρώμα του Φεγγαριού» και από τότε την ξεχώρισα και την αγάπησα γιατί χρησιμοποιεί τη γλώσσα της καρδιάς και απευθύνεται στον αναγνώστη με μια αφοπλιστική ειλικρίνεια και με μια αυθεντικότητα, ενώ παράλληλα τα έργα της τα διαπνέει ένας λυρισμός.
Η Αλκυόνη Παπαδάκη στα έργα της ακολουθεί συνήθως μια σύνθετη γραφή. Τα κείμενά της ξεχωρίζουν για την πλοκή τους και τον ποιητικό τους χαρακτήρα. Εκεί που οι ήρωες της βρίσκονται στο αποκορύφωμα των παθών τους, σε αδιέξοδο και στη δίνη των προβλημάτων της ζωής, ξεπροβάλουν υπέροχες ποιητικές φωτοβολίδες, που φωτίζουν το μαύρο σκηνικό και δίνουν άλλη διάσταση στην ωμή πραγματικότητα.
Άλλες φορές πάλι παντρεύει τα ωραία συναισθήματα και την τρυφερότητα με το χιούμορ, τον αυτοσαρκασμό και τη λεπτή ειρωνεία.
Στα περισσότερα μυθιστορήματά της διακόπτει την πλοκή με μικρά ποιητικά ψυχαναλυτικά κομμάτια εσωτερικής αναζήτησης, όπου συνομιλεί λ.χ. ένα δένδρο με ένα αστέρι (στο «Χρώμα του φεγγαριού»), ή όπου οι αγαπημένες της κάργιες συζητούν τα ανθρώπινα ή όπως συμβαίνει στο τελευταίο της βιβλίο η Γαζία συνομιλεί με το Χελιδόνι και τη Μοίρα.
Τη συγγραφέα συχνά την απασχολεί η αγάπη. Περιγράφει το πόσο δύσκολο είναι να αγαπήσει κανείς τον άλλο, αλλά, κάποιες φορές ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό, με επίγνωση της ανθρώπινης υπόστασής του. Ενίοτε οι χαρακτήρες της πάσχουν από αυτή την αδυναμία, θαρρείς και υποτάσσονται στη μοίρα τους. Σε μια μοίρα, πολλές φορές σκληρή και αλύγιστη στον ανθρώπινο πόνο. Σε μια μοίρα που δεν μπορείς να της ξεφύγεις αλλά ούτε και να την αλλάξεις.
Έτσι και η ηρωίδα του βιβλίου μας, η Ολάνθη, δεν μπορεί να ξεφύγει από τη μοίρα της, αλλά δεν το βάζει κάτω, δε σκύβει το κεφάλι, ελπίζει σε μια φωτεινή αχτίδα, που θα αλλάξει τη ζωή της. Το πεπρωμένο κανείς δε μπορεί να το αποφύγει. Γιατί; γιατί κανείς δεν είναι δυνατό να ρίξει βλέμμα διορατικό μέσα στη θεία άβυσσο, ν’ αντικρύσει τη θεία θέληση και να την καταπατήσει.
Μέσα στη βαλίτσα της ψυχής της η ηρωίδα κουβαλά ένα παρελθόν, που ακόμα και η ίδια αγνοεί. Προσπαθεί να επιβιώσει σε έναν κόσμο σκληρό, σε μια εποχή με βαθιά κρίση αξιών. Άλλοτε η ζωή, της δείχνει το γλυκό της πρόσωπο και της χαμογελάει, και άλλοτε της δείχνει ένα πρόσωπο σκληρό και ζει την προδοσία και το μίσος.
Η ορφανή Ολάνθη χάριν στο ενδιαφέρον και την αγάπη κάποιων ανθρώπων κάνει τα πρώτα βήματά της στη ζωή. Η αγάπη που θα γνωρίσει άλλοτε θα είναι ανιδιοτελής και άλλες φορές θα θέλει ανταλλάγματα. Πέρα από την όποια αγάπη θα ζήσει την κακία και την απανθρωπιά.
Ο εφιάλτης, της έχει μαυρίσει την ψυχή. Καλπάζει σαν άγριο άτι στα όνειρα της και δε λέει να φύγει, κι εκεί που πάει να ανθίσει λίγο η ψυχή της, να γιομίσει χρώματα και αρώματα από τα γιασεμιά του ολάνθιστου κήπου της ζωής και να συνομιλήσει με τις ηλιαχτίδες, καταφθάνει ένα μαύρο σύννεφο και τα σκεπάζει όλα.
Δεν είναι λίγες οι φορές εκείνες, που πιστεύουμε ότι οι μεταβολές της τύχης, μας φέρνουν σε καλύτερη θέση, ενώ τελικά αποδεικνύεται ότι είναι χειρότερη, αλλά και το αντίθετο.
- «Τι ετοιμάζεις; Γιατί πέταξες τα τεφτέρια σου;», είπε το Χελιδόνι στη Μοίρα.
- «Γιατί ήρθε η ώρα να κάνω πράξη τα γραφόμενά μου. Τραγούδα εσύ. Δεν μαράθηκε ποτέ κανένα λουλούδι μπρος στην ανθρώπινη δυστυχία. Ούτε σταμάτησε ποτέ κανένα πουλί να τραγουδά».
Η ηρωίδα συναντά πολλά πρόσωπα που είναι καθοριστικά στη ζωή της αλλά και στην πλοκή του έργου. Ο καθένας εξομολογείται, μέσα από μια σειρά αφηγήσεων, τη δική του ιστορία, τα δικά του αδιέξοδα, τα δικά του βάσανα και συμπάσχει με τον δικό του τρόπο.
Απαλύνουν τα βάσανα όταν τα μοιράζεσαι και μαλακώνουν οι πληγές. Βάλσαμο τα λόγια τα καλοπροαίρετα, τα καθαρά βλέμματα και οι αγνές ψυχές, όταν η καρδιά πονά και η αγάπη ματώνει. «Αλίμονο στα πεινασμένα άγρια θηρία που λουφάζουν στις ψυχές, όταν σπάσουν τα δεσμά τους ξεσπούν στον πιο αδύναμο».
«Έχεις πόνο στην καρδιά. Μην αφήσεις τον όφι του μίσους να γεννήσει τ’ αβγά του πάνω στα πονέματά σου. Οι όφηδες που θα ξεπεταχτούν από τ’ αβγά, πάλι την καρδιά σου θα τρώνε..» λόγια που βάζει η συγγραφέας στο στόμα του παππού και με τέτοια δύναμη στην καρδιά και στο μυαλό πιάνεται με θέματα όπως είναι η ζωή, ο θάνατος, το πεπρωμένο, η χαρά, η λύπη, η ελπίδα..
και συνεχίζει ο σοφός παππούς: «Ένα μεγάλο πουλί είναι ο θάνατος. Ένα μεγάλο πουλί με μια φτερούγα. Δεν μπορεί να πετάξει ψηλά. Φτεροκοπά στο μπόι των ανθρώπων. Την άλλη φτερούγα, αυτός που έφτιαξε τον κόσμο, την έκρυψε στην καρδιά μας. Για να πολεμάμε με το θάνατο.».
Ο μικρός κόσμος που συνθέτει η συγγραφέας με έντονες συγκινησιακές ψηφίδες είναι ανθεκτικός, αναγνωρίσιμος, περικλείει τη γοητεία της περιπέτειας στο άγνωστο και στ’ αδιέξοδο, και επιτρέπει στην ηρωίδα να ονειρευτεί.
«Όσο πιο πολύ μπορείς, ανέβα ψηλά
κάνε τα όνειρα σου αληθινά
άσε τις δυστυχίες να πετάξουν σαν πουλιά
ν’ αποδημήσουν, να φύγουν μακριά…»
(γράφει κάποιος ποιητής...)
«Έβγαλε από την τσέπη της καπαρντίνας το χαρτάκι και διάβαζε αργά, σα να προσευχόταν:
“Ένα απέραντο, διάφανο άσπρο. Και γύρω του, ένα άγριο μπλε. Και στη μέση του μπλε, ένα βαθύ, σαν αίμα, κόκκινο. Κι εκεί καταμεσής στο κόκκινο, ένα λουλούδι πασχαλιάς.Στον σπόρο του λουλουδιού κρύβεσαι, Θεέ μου! Μεθά η ψυχή μου, με τ’ άρωμά σου. Τυφλώνομαι από το διάφανο άσπρο, παλεύω με το άγριο μπλε, πληγώνομαι μέσα στο βαθύ κόκκινο, και πορεύομαι… Ξέρω πως δεν θα σ’ ανταμώσω ποτέ. Παρόλο που έχω ανακαλύψει την κρυψώνα σου. Όμως, μ’ αρέσει να σε ψάχνω. Έτσι το κάνω. Για το κέφι μου. Για το γινάτι μου. Για τη χαρά του παιχνιδιού…»
Το Πεπρωμένο αφορά εκείνους που πραγματικά θέλουν να ζήσουν και όχι απλά να κρατηθούν στη ζωή, αυτούς που θέλουν να ζήσουν τη ζωή σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια και με όλη τη χαρά που πραγματικά τους αναλογεί, αφήνοντας κάτι το αληθινά αξιόλογο πίσω τους. Κανείς δεν μπορεί άλλωστε να στερήσει αυτή τη δυνατότητα στον άνθρωπο - το να ζήσει δηλαδή μία ζωή χαράς και πληρότητας - εκτός φυσικά από έναν, από τον ίδιο του τον εαυτό...
Φίλες και φίλοι δε θα πω τίποτα άλλο από την υπόθεση του βιβλίου για να ανακαλύψετε μόνοι σας τα όσα διαδραματίζονται μέσα σε αυτό, αλλά και γενικά δε θα πω τίποτα άλλο γιατί απόψε ο λόγος ανήκει στη συγγραφέα που έχουμε τη χαρά να έχουμε απόψε κοντά μας, την αγαπητή μας Αλκυόνη Παπαδάκη.
Κυρία Αλκυόνη Παπαδάκη, η Ολάνθη έχει ψηλά το κεφάλι και ελπίζει πως θα ‘ρθει η άνοιξη, ελπίζει πως θα ξανάρθουν τα χελιδόνια…
Εσείς τι λέτε;
Θάνος Κόσυβας
Τό είδαμε: http://bikiropoulos.blogspot.gr
Είναι τιμή και χαρά και για μένα να ξεφυλλίσω μαζί σας, απόψε, εδώ σε αυτό το τόσο φιλικό, ζεστό και όμορφο περιβάλλον του βιβλιοπωλείου Νέστωρ, σε αυτό το πνευματικό καταφύγιο της πόλης μας, και να παρουσιάσω το νέο μυθιστόρημα της Αλκυόνης Παπαδάκη που έχει τον τίτλο: «θα ξανάρθουν τα χελιδόνια».
Την Αλκυόνη Παπαδάκη
τη γνώρισα μέσα από τα βιβλία της και κυρίως μέσα από το βιβλίο της: «Το Χρώμα του Φεγγαριού» και από τότε την ξεχώρισα και την αγάπησα γιατί χρησιμοποιεί τη γλώσσα της καρδιάς και απευθύνεται στον αναγνώστη με μια αφοπλιστική ειλικρίνεια και με μια αυθεντικότητα, ενώ παράλληλα τα έργα της τα διαπνέει ένας λυρισμός.
Η Αλκυόνη Παπαδάκη στα έργα της ακολουθεί συνήθως μια σύνθετη γραφή. Τα κείμενά της ξεχωρίζουν για την πλοκή τους και τον ποιητικό τους χαρακτήρα. Εκεί που οι ήρωες της βρίσκονται στο αποκορύφωμα των παθών τους, σε αδιέξοδο και στη δίνη των προβλημάτων της ζωής, ξεπροβάλουν υπέροχες ποιητικές φωτοβολίδες, που φωτίζουν το μαύρο σκηνικό και δίνουν άλλη διάσταση στην ωμή πραγματικότητα.
Άλλες φορές πάλι παντρεύει τα ωραία συναισθήματα και την τρυφερότητα με το χιούμορ, τον αυτοσαρκασμό και τη λεπτή ειρωνεία.
Στα περισσότερα μυθιστορήματά της διακόπτει την πλοκή με μικρά ποιητικά ψυχαναλυτικά κομμάτια εσωτερικής αναζήτησης, όπου συνομιλεί λ.χ. ένα δένδρο με ένα αστέρι (στο «Χρώμα του φεγγαριού»), ή όπου οι αγαπημένες της κάργιες συζητούν τα ανθρώπινα ή όπως συμβαίνει στο τελευταίο της βιβλίο η Γαζία συνομιλεί με το Χελιδόνι και τη Μοίρα.
Τη συγγραφέα συχνά την απασχολεί η αγάπη. Περιγράφει το πόσο δύσκολο είναι να αγαπήσει κανείς τον άλλο, αλλά, κάποιες φορές ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό, με επίγνωση της ανθρώπινης υπόστασής του. Ενίοτε οι χαρακτήρες της πάσχουν από αυτή την αδυναμία, θαρρείς και υποτάσσονται στη μοίρα τους. Σε μια μοίρα, πολλές φορές σκληρή και αλύγιστη στον ανθρώπινο πόνο. Σε μια μοίρα που δεν μπορείς να της ξεφύγεις αλλά ούτε και να την αλλάξεις.
Έτσι και η ηρωίδα του βιβλίου μας, η Ολάνθη, δεν μπορεί να ξεφύγει από τη μοίρα της, αλλά δεν το βάζει κάτω, δε σκύβει το κεφάλι, ελπίζει σε μια φωτεινή αχτίδα, που θα αλλάξει τη ζωή της. Το πεπρωμένο κανείς δε μπορεί να το αποφύγει. Γιατί; γιατί κανείς δεν είναι δυνατό να ρίξει βλέμμα διορατικό μέσα στη θεία άβυσσο, ν’ αντικρύσει τη θεία θέληση και να την καταπατήσει.
Μέσα στη βαλίτσα της ψυχής της η ηρωίδα κουβαλά ένα παρελθόν, που ακόμα και η ίδια αγνοεί. Προσπαθεί να επιβιώσει σε έναν κόσμο σκληρό, σε μια εποχή με βαθιά κρίση αξιών. Άλλοτε η ζωή, της δείχνει το γλυκό της πρόσωπο και της χαμογελάει, και άλλοτε της δείχνει ένα πρόσωπο σκληρό και ζει την προδοσία και το μίσος.
Η ορφανή Ολάνθη χάριν στο ενδιαφέρον και την αγάπη κάποιων ανθρώπων κάνει τα πρώτα βήματά της στη ζωή. Η αγάπη που θα γνωρίσει άλλοτε θα είναι ανιδιοτελής και άλλες φορές θα θέλει ανταλλάγματα. Πέρα από την όποια αγάπη θα ζήσει την κακία και την απανθρωπιά.
Ο εφιάλτης, της έχει μαυρίσει την ψυχή. Καλπάζει σαν άγριο άτι στα όνειρα της και δε λέει να φύγει, κι εκεί που πάει να ανθίσει λίγο η ψυχή της, να γιομίσει χρώματα και αρώματα από τα γιασεμιά του ολάνθιστου κήπου της ζωής και να συνομιλήσει με τις ηλιαχτίδες, καταφθάνει ένα μαύρο σύννεφο και τα σκεπάζει όλα.
Δεν είναι λίγες οι φορές εκείνες, που πιστεύουμε ότι οι μεταβολές της τύχης, μας φέρνουν σε καλύτερη θέση, ενώ τελικά αποδεικνύεται ότι είναι χειρότερη, αλλά και το αντίθετο.
- «Τι ετοιμάζεις; Γιατί πέταξες τα τεφτέρια σου;», είπε το Χελιδόνι στη Μοίρα.
- «Γιατί ήρθε η ώρα να κάνω πράξη τα γραφόμενά μου. Τραγούδα εσύ. Δεν μαράθηκε ποτέ κανένα λουλούδι μπρος στην ανθρώπινη δυστυχία. Ούτε σταμάτησε ποτέ κανένα πουλί να τραγουδά».
Η ηρωίδα συναντά πολλά πρόσωπα που είναι καθοριστικά στη ζωή της αλλά και στην πλοκή του έργου. Ο καθένας εξομολογείται, μέσα από μια σειρά αφηγήσεων, τη δική του ιστορία, τα δικά του αδιέξοδα, τα δικά του βάσανα και συμπάσχει με τον δικό του τρόπο.
Απαλύνουν τα βάσανα όταν τα μοιράζεσαι και μαλακώνουν οι πληγές. Βάλσαμο τα λόγια τα καλοπροαίρετα, τα καθαρά βλέμματα και οι αγνές ψυχές, όταν η καρδιά πονά και η αγάπη ματώνει. «Αλίμονο στα πεινασμένα άγρια θηρία που λουφάζουν στις ψυχές, όταν σπάσουν τα δεσμά τους ξεσπούν στον πιο αδύναμο».
«Έχεις πόνο στην καρδιά. Μην αφήσεις τον όφι του μίσους να γεννήσει τ’ αβγά του πάνω στα πονέματά σου. Οι όφηδες που θα ξεπεταχτούν από τ’ αβγά, πάλι την καρδιά σου θα τρώνε..» λόγια που βάζει η συγγραφέας στο στόμα του παππού και με τέτοια δύναμη στην καρδιά και στο μυαλό πιάνεται με θέματα όπως είναι η ζωή, ο θάνατος, το πεπρωμένο, η χαρά, η λύπη, η ελπίδα..
και συνεχίζει ο σοφός παππούς: «Ένα μεγάλο πουλί είναι ο θάνατος. Ένα μεγάλο πουλί με μια φτερούγα. Δεν μπορεί να πετάξει ψηλά. Φτεροκοπά στο μπόι των ανθρώπων. Την άλλη φτερούγα, αυτός που έφτιαξε τον κόσμο, την έκρυψε στην καρδιά μας. Για να πολεμάμε με το θάνατο.».
Ο μικρός κόσμος που συνθέτει η συγγραφέας με έντονες συγκινησιακές ψηφίδες είναι ανθεκτικός, αναγνωρίσιμος, περικλείει τη γοητεία της περιπέτειας στο άγνωστο και στ’ αδιέξοδο, και επιτρέπει στην ηρωίδα να ονειρευτεί.
«Όσο πιο πολύ μπορείς, ανέβα ψηλά
κάνε τα όνειρα σου αληθινά
άσε τις δυστυχίες να πετάξουν σαν πουλιά
ν’ αποδημήσουν, να φύγουν μακριά…»
(γράφει κάποιος ποιητής...)
«Έβγαλε από την τσέπη της καπαρντίνας το χαρτάκι και διάβαζε αργά, σα να προσευχόταν:
“Ένα απέραντο, διάφανο άσπρο. Και γύρω του, ένα άγριο μπλε. Και στη μέση του μπλε, ένα βαθύ, σαν αίμα, κόκκινο. Κι εκεί καταμεσής στο κόκκινο, ένα λουλούδι πασχαλιάς.Στον σπόρο του λουλουδιού κρύβεσαι, Θεέ μου! Μεθά η ψυχή μου, με τ’ άρωμά σου. Τυφλώνομαι από το διάφανο άσπρο, παλεύω με το άγριο μπλε, πληγώνομαι μέσα στο βαθύ κόκκινο, και πορεύομαι… Ξέρω πως δεν θα σ’ ανταμώσω ποτέ. Παρόλο που έχω ανακαλύψει την κρυψώνα σου. Όμως, μ’ αρέσει να σε ψάχνω. Έτσι το κάνω. Για το κέφι μου. Για το γινάτι μου. Για τη χαρά του παιχνιδιού…»
Το Πεπρωμένο αφορά εκείνους που πραγματικά θέλουν να ζήσουν και όχι απλά να κρατηθούν στη ζωή, αυτούς που θέλουν να ζήσουν τη ζωή σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια και με όλη τη χαρά που πραγματικά τους αναλογεί, αφήνοντας κάτι το αληθινά αξιόλογο πίσω τους. Κανείς δεν μπορεί άλλωστε να στερήσει αυτή τη δυνατότητα στον άνθρωπο - το να ζήσει δηλαδή μία ζωή χαράς και πληρότητας - εκτός φυσικά από έναν, από τον ίδιο του τον εαυτό...
Φίλες και φίλοι δε θα πω τίποτα άλλο από την υπόθεση του βιβλίου για να ανακαλύψετε μόνοι σας τα όσα διαδραματίζονται μέσα σε αυτό, αλλά και γενικά δε θα πω τίποτα άλλο γιατί απόψε ο λόγος ανήκει στη συγγραφέα που έχουμε τη χαρά να έχουμε απόψε κοντά μας, την αγαπητή μας Αλκυόνη Παπαδάκη.
Κυρία Αλκυόνη Παπαδάκη, η Ολάνθη έχει ψηλά το κεφάλι και ελπίζει πως θα ‘ρθει η άνοιξη, ελπίζει πως θα ξανάρθουν τα χελιδόνια…
Εσείς τι λέτε;
Θάνος Κόσυβας
Τό είδαμε: http://bikiropoulos.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου